You Are Here: Home » ENCIKLOPEDI + » ANTOLOGJI » TË GJITHA T’I MËSOVA, VEÇ NJË FJALË HARROVA…

TË GJITHA T’I MËSOVA, VEÇ NJË FJALË HARROVA…

Dimitris Mourantas

Μια άνοιξη ένας αγρότης διασκέδαζε καθημερινά μ” ένα ζευγάρι αετών που τους έβλεπε να πετούν, να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν κοντά στο κτήμα του.

Όταν μετά από μερικές μέρες τους έχασε, πήγε στον τόπο όπου είχε εντοπίσει ότι κατέβαιναν, για να δει τι υπήρχε εκεί, βρήκε μια εγκαταλειμμένη φωλιά μ” ένα αυγό μέσα. Πήρε το αυγό, το πήγε στο κοτέτσι και το έβαλε μαζί με τα αυγά μιας κότας, με την ελπίδα να το κλωσήσει εκείνη, να γεννηθεί το αετόπουλο, να μεγαλώσει και να πετάξει.

Σε δύο βδομάδες το αυγό άνοιξε και ένα υγιέστατο αετόπουλο γεννήθηκε. Ζώντας ανάμεσα στα κοτόπουλα, άρχισε σιγά σιγά να μαθαίνει και να συνηθίζει τους τρόπους τους και να θρέφεται με το καλαμπόκι που ο αγρότης τα τάιζε. Ξαφνικά ένα ηλιόλουστο πρωινό βλέπει από πάνω του πουλιά να πετάνε. “Τι θαυμάσιο είναι να πετάς έτσι! Θα ήθελα πολύ να μπορέσω να πετάξω κι εγώ” σκέφτηκε.

Μόλις είπε την ιδέα του στα κοτόπουλα, εκείνα γέλασαν και του απάντησαν: “Τι ηλίθια ιδέα! Εσύ είσαι κοτόπουλο. Τα κοτόπουλα δεν πετούν! . Ποτέ δε θα μπορέσεις να πετάξεις,! ό,τι κι αν κάνεις”. Η μητέρα του φοβισμένη του είπε: “Αν προσπαθήσεις να πετάξεις, θα πέσεις πάνω στα σύρματα του κοτετσιού και θα σπάσεις τα φτερά σου”. Ο κόκκορας πατέρας του συμπλήρωσε με το λογικό επιχείρημα: “Ακόμα κι αν πετάξεις, θα είναι πολύ δύσκολο να βρεις τροφή, θα πεινάσεις και θα πεθάνεις”.

Όλα τα κοτόπουλα συμφώνησαν ότι το μικρό αετόπουλο δεν έπρεπε να προσπαθήσει να πετάξει. “Είναι ονειρεμένα να πετάς ψηλά όπως τα πουλιά” έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό του. “Επιθυμώ τόσο πολύ να το καταφέρω”. Κοίταζε και ξανακοίταζε τα πουλιά που πετούσαν στον αέρα και άρχισε να μελαγχολεί. Αλλά ποτέ δεν προσπάθησε. Πίστεψε τα κοτόπουλα. Όσο οι μέρες περνούσαν, το αετόπουλο όλο και λιγότερο μίλαγε για το πέταγμα. Δεν μπορούσε όμως να βγάλει από την καρδιά του τη μεγάλη του επιθυμία να πετάξει. Η θλίψη κι ο καημός του άρχισαν σιγά σιγά να κατασπαράζουν το σώμα του. Η τροφή και η επιθυμία για ζωή έχασαν κάθε νόημα για εκείνο.

Πέρναγε όλο και περισσότερες ώρες μόνο του, συχνά μέσα στο πέτρινο κοτέτσι. Κάποια μέρα ο αγρότης παρατήρησε ότι έλειπε από την αυλή του κοτετσιού. Πίστεψε ότι το αετόπουλο μεγάλωσε και πέταξε, αλλά! πήγε να το επαληθεύσει. Το κοτέτσι ήταν σκοτεινό, αλλά όταν άναψε το φως, μέσα σε μια γωνία είδε ένα σωρό από μαύρα φτερά. Τα σήκωσε και ήταν το αετόπουλο. Είχε πεθάνει από τη θλίψη του.»

Copyright © 2008-2017 AlbStroka.com

Scroll to top